Top Definition
To become extremely aggitated or angry over seemingly nothing. Can be used as a noun, i.e. going jabero, verb jaberoing, or adverb jaberoly.
When drinking, Chris tends to go jabero when he doesnt agree with someone.
από DirtyAl 11 Νοέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.