Top Definition
The act of masturbating and ejaculating into an oven mitt with your mother's panties tied to your head to blind yourself.
Dude, I felt so good jackermitting yesterday.
από Falcon896 27 Δεκέμβριος 2009
6 Words related to Jackermitting

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×