Top Definition
To be jealous of someone who is wealthy or has wealthy parents.
Girl 1: Ooh, are you going on the trip to Italy in April? I am, it only cost 5,000. Euro that is.
Girl 2: No. I'm poor. *Gets jealrich*
από Becks Grevau 31 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×