Top Definition
<adj> Referring to a woman one thinks is beautiful.
"Dang, did you see that girl at the bar? I'm going to go talk to her, she's jeide as hell."
από E-Payn 5 Οκτώβριος 2009
11 Words related to Jeide

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×