1. The act of a male masturbating with their own body flab.

2. A male having sex with another's body flab.
1. Bubba was aroused when he saw Rosie O'Donnell, and preceded Jelly worming.

2. When Bubba and Rosie were performing coitus later that night, Bubba thought it would be enjoyable to Jelly Worm her.
από L I V E 18 Αύγουστος 2009

5 Words Related to Jelly Worming

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×