Top Definition
Jesstoria; arabic.
(n) person of godly status and/or superiority.
(adj) pure awesome, ultimate, fantastic.
Have a Jesstoria day.
από jesUs... 26 Νοέμβριος 2008
4 Words related to Jesstoria

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×