Top Definition
The act of constantly bugging someone to the point where the bugged person thinks you will show up outside their window via jet-pack
Girl: I got jet-packed by Jacob last night as soon as I logged on facebook. He didnt stop talking to me for 4 hours!
από purplegirl1818 5 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×