Top Definition
The Act of cutting or printing out a coupon/promotional code that gives you a discount on an item.
I always like to go Jew Clipping with the Sunday Paper.
από JewishJoe 22 Φεβρουάριος 2008
8 Words related to Jew Clipping

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.