The act of a buyer negotiating a lower price for goods or services from a seller.
The car dealer wanted me to pay sticker price for my new car, but I successfully Jewed him down to a lower price.
από Maxwell 17 Ιούλιος 2004
In video games, most commonly Gears Of War, to kill or down someone in a cheap way.
"I am going to Jew him down with an active reload sniper."
από NodenWIRE 25 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×