Top Definition
An uncontrollable erection caused by experiencing a stereotypically Jewish event.
I got such a raging Jew boner when I saw her nose.

Steve's Jew boner wouldn't relent when he found out Nordstrum had marked their entire inventory by 25%.
από PutItUpYourNose 2 Ιούνιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×