Top Definition
The Jewish god of money
the jew worships Jewcifer during tax season
από Jewasaurus 19 Φεβρουάριος 2009
1 more definition
an evil person of yiddish descent.
anthony sarosy: i am jewcifer
unknown person: i know.
από argah bailar 19 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×