Top Definition
The art of jewing people out when negotiating.
I jewgotiated the poor old man out of 1$ to pay the tip when I really had 200$ in my wallet.

I used my jewgotiating skills to save 50 cents at the supermarket.
από Ender Wiggens 25 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.