Top Definition
The act of going from being thin and smooth to being chunky and fat like JIF peanut butter.
That girl used to be skinny, but now she's all jiffed up.
από Dzynz 11 Αύγουστος 2008
6 Words related to Jiffed up

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×