Top Definition
To misspell a commonly known word due to either laziness or fingers being too big for the keyboard.
"my thermostat is croated"
wow you really josoled the word corroded.
#misspellings #typing #error #large #fingers
από richard richardo 20 Νοέμβριος 2008
5 Words related to Josoled
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×