Top Definition
A person or event that ruins a good time. When something "bursts your bubble".

Synonym for killjoy.
"Sick_Heret1c", you're such a joykill.

The thunderstorm that started up while we were at the beach was a joykill.
από Jon Ace 20 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.