An altenative term for a females reproductive parts, appropriate in all circumstances, possibly (although debatably) of German descent.
"Lindsay Lohan is known for flashing her kajanker."
"When I'm on my period I feel as if my kajanker has been inhabited by evil trolls."
"It is rumored that she has a potent kajanker."
από Lizzieannb 16 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×