Top Definition
1. To regurgitate poop currently eaten.
2. To have fear of poop
3. Fun
1. I just Kakagawa'd.
2. I'm a Kakagawa.
3. I just had Kakagawa with my friend.
από Alec Zorich 26 Δεκέμβριος 2008
12 Words related to Kakagawa

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×