Top Definition
Stemming from the greek word for cock "kavli", a kavlilier is a gentleman trained in penis and mansmanship.

A classy homosexual.
Tim Gunn is such a kavlilier, he's so classy and homosexual!
από lewddinosaur 10 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×