Top Definition
(kah wah shahk') - n. Pulling into the last remaining parking spot only to discover a motorcycle there.
Ted was pulling into the spot so fast the kawashock almost caused a collision with the chopper.
από Chugalug 15 Μάιος 2006
5 Words related to Kawashock

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.