The act of consuming alcoholic beverages in excessive amounts while not meeting the legal age requirements of society.
Dan: Hey I think Peter went Kayaking last night.
Fred: Yeah, I know. It looks like he has a hangover...
από Zarradeth 16 Μάρτιος 2007
Smoking weed
she realy liked kayaking
από digifu 20 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×