Top Definition
To faint,Collapse, be shocked,panic, to die
When i walked back i thought i was going to keel over
when i saw the gun i nearly keeled over
από Noxa_ 12 Ιούνιος 2007
1 more definition
to fall, collapse (from the image of a ship careening so that the keel is raised)
He looks like he could keel over at any minute.
από The Return of Light Joker 3 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×