Top Definition
the act of kitchenating; putting off or delaying or defering an action* to a later time.

*NB That action has not yet been fully decided either.
Nick was kitchenating over his proposed charity swim.
από SoggyMoggy 6 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×