Top Definition
One's destiny or obligation to work and reside in the kitchen, whose specialty is in creating delicimotherfuckingscrumptious sandwiches.
Daughter: Daddy, I want to be a police officer when I grow up.
Dad: Sorry honey, you're Kitchenbound. So what's for lunch?
Daughter: Sandwiches.
Dad: Excellent.
από MrLicorice 28 Οκτώβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.