Top Definition
KITCHING is if you laugh very strangely at something that isnt that funny. To KITCH is to laugh strangely. A KITCHER is a person who laughs strangely.
Somebody reads a poster that says,"Sticks and stones may break my bones but whips and chains excite me."

a KITCHER then starts KITCHING
από Daniel Cale 2 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.