Top Definition
To agree to meet at a place for an event or activity only to not show.
"Dude Tim said he'd come out for beers but a half hour later he still aint here"

"I know man Tim always is Kitching out"
από kavinblackbarr 19 Αύγουστος 2009
5 Words related to Kitching out

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.