Top Definition
A trunk of any sort or a transportation device. (also referred to as "clud")
Alex, my friend, had too much junk in her klud.

I stash all my dead bodies in the klud.
#trunk #junk #clud #klud #bodies
από Mr. Pudo 2 Απρίλιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×