Iemand door midden splijten omdat je een gigantische lul hebt.
Haar heb ik laatst flink gekluft.
από Klufter 29 Αύγουστος 2014

5 Words Related to Kluft

Kluft is used to describe a level of someone's sleazy tendencies towards the opposite sex usually used from the male point of view towards females.

Origin - Is closely related to the term 'skux' used in the Oceania region (Australia and New Zealand).
"He was acting like a kluft"
από Mint J Lee 15 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×