Top Definition
Pronounced "Kern"-(v.) The act of smoking weed at lunch and comming back to school sober, or not high. This is a result of having bad weed, only smoking alittle (thus making no point to smoke it), and not having smoked enough times.
Dude I shouldn't have koern-burned at lunch cause I just wasted 5 dollars worth of weed!
από Jeff Dildo 1 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×