(noun) the predominant substance found at Korean stroke salons, the result of being jerked off therein; an unmistakable, lingering yet hard-to-describe funk; a smell with equal parts fermented vegetables, cooking and sex.
Oh man, the girls in that place were hot, but with Mama cooking in the back, that joint was just funky with kumchi. Kum chi
από Goodykarpis 20 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×