Pronounced:(k-i-r-k-e-d) When one lashes out, suddenly explodes, or bellows extremely loud to another person out of anger. More or less out of the blue and least expected to the other person.
Jessie's crazy ass just kurked out on Tonya for no damn reason!
από Caren H 8 Φεβρουάριος 2006

7 Words Related to Kurked Out

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×