Similar to munsoned.
One who thinks he is at the top of the world, but then gets fucked. Usually used during a card games from where the word origniates.
During a no limit texas hold'em game, I thought my trips were money, but then a full house came and Kurnicked me.
από Twin Betty 17 Φεβρουάριος 2005

1 Word Related to Kurnicked

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×