1. adj. When you are beyondcute;cuddly and sweet to the extreme.
2. adj. immature; childlike.
3. (Kyootie)- noun. a person that is kyoote.
1. "Oh hun...you are too kyoote!"
2. -"Chris just started screaming about how tired he was when he didn't even do any physical activity!"
-"well that's kyoote"
3. "You are such a kyootie!"
από BoO bOo! 21 Ιανουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×