(pronounced Lake, often mistaken for 'Lay-key' and 'Like')

1. Laike is a very rarely used, northern European, boys name, mainly used in surnames.

2. 'The' way to spell lake, for example, flaights (for flights), caike (for cake), etc.
Man 1: Haaiii Faaaiiiveee!
Man 2: High Five?
Man1: Yes, but with enthusiasm!
Man 2: Ah yes, that sounds like something which Laike would maike up.
από LaikeG 1 Ιανουάριος 2010
the act of liking someone
you see that girl walking by, you laike!
από dhaval 1 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×