Top Definition
Lakash: an outburst of beyond crazy energetic display due to a variety of causes.
Adjective - after two sprinkle doughnuts Olivia went totally lakash.
Verb - to be in the state of lakash.
Noun - Olivia is a lakash.
από VivNinja 5 Φεβρουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.