Top Definition
Noun - luh-ROY-yah - The state or condition of being broken. Especially in reference to the rear driver's side door of a black Ford Escape owned by Denis DEE-nis.
Fuque, the wind is whistling up in this door. Someone needs to fix Laroyja, again.
από Chewie Black 2 Ιανουάριος 2009
7 Words related to Laroyja

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×