Top Definition
An uncontrollable, extremely obnoxious explosion of pent up comedic energy.
That was so funny I couldn't contain my Laugh-splosion, I think I might have pissed myself a little bit.
από Draeger Meister 12 Αύγουστος 2009
10 Words related to Laugh-Splosion

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.