Top Definition
1. A contagious laughter

2. Something so funny, that it will spread throughout the immediate area causing laughter.
"Have you seen that funny youtube video?"

"Yeah, it was very laughtagious!"

"Hahahaha, I can't stop laughing at that guy! He is laughtagious!"
από Penguin#004 10 Φεβρουάριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×