Top Definition
1. (any part of speach) usally in a kind and friendly manner laughtaugh is a unique word due to its flexablity concerning its meaning.
1. God, we had soooo many laughtaughs the other night.
2. ha, that was funny nick and i had meany laughtaughs about it later that night.
από U NO 1213 6 Ιανουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×