Top Definition
An afternoon filled with laughter and joy.
"We had such a nice laughternoon."

"Good laughternoon."

"It's been a cheery morning and I'm looking forward to a nice laughternoon."

It's been a long week and I really need to unwind this laughternoon."
από bigsmile 20 Απρίλιος 2009
5 Words related to Laughternoon

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×