Top Definition
verb -

1) to damage or lose video footage/material.

2) to deliver an incomplete video.

tense -

present - LeMuse
past - LeMused
"Wow, that video got totally Lemused!"
από Newly Groom 14 Σεπτέμβριος 2011
To LeMuse a video - to erase footage
My videographer lemused my wedding video.
από Mikovitch 14 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.