Top Definition
Legiculous: The act of something being legit but also completely rediculous.
Jesse, that side flip was legiculous!
από J Mainor 12 Σεπτέμβριος 2012
1 more definition
1) Ridiculously legit
2) Legitimately Ridiculous
That car is legiculous!
από Tidgins 7 Σεπτέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×