Top Definition
This is a slang (aka unreal) word that is supposed to take place of the word legitimately .
"Hey! I legitfully finished all of my work for today!"
"My boyfriend keeps on trying to use the word legitfully. It doesn't work."
από Arya2495 23 Ιανουάριος 2013
1 more definition
To be legit
Melissa is legitfully a wonderful girl.
από Cordial 23 Ιανουάριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×