Top Definition
The act of urinating in anothers mouth, then preceeding to french kiss them.
Dude 1: " Dude, i totally Lemon Frenchied her last night."

Dude 2: " Sweet, dude."
από Rile Stile 30 Μάρτιος 2008
5 Words related to Lemon Frenchie

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×