Top Definition
1. Adjective; a description of scrambled eggs containing a lot of pepper.

2. Noun; very peppery scrambled eggs.
1. Hey, those eggs are very lepricot.

2. You have to finish your lepricots before you may have more bacon.
από troggy_lol 6 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to Lepricot

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.