Top Definition
a person who puts food, most often peanut butter, on their genetailia and lets an animal lick it off, most commonly a dog.
man 1: Hey, that guy is a Lepsch.

man 2: No way! I'm keeping my dog away from him.
από Phillip Mynutz 6 Ιούνιος 2009
6 Words related to Lepsch

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×