Top Definition
Multiple groups of items or liquids each having the same or equal amount.
Make sure there is a lepsure amount in both glasses.
Those two are about lepsure.
από jb44396 29 Ιούλιος 2009
5 Words related to Lepsure

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×