Top Definition
1. To get banned by someone whose a hitlerisitic mod or is on an intense power trip.

2. To be banned unfairly
1. Damn man, did you see that? I got Lindsey'd.

2. Dude, I got Lindsey'd for such a small reason.
από R-Dizzled 28 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Lindsey'd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×