Top Definition
To hold the joint so long it goes out.
Dave: "Are you gonna pass that?"

Liz: "It went out."

Dave: "Aww, you lized it again."
από Ddub420 30 Δεκέμβριος 2011
1 more definition
Short word for LEGALIZED. Evertywhere with no police or parents around. Good for some burning.
Dude, my home is 'lized tonigt! Bring up some marroco.
από Flavio F F F 11 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×