Top Definition
(verb) When a guy steals a girl from a previous boyfriend, even if said relationship is no longer active.
"Damn, that girl got lizjacked again!"
"Isn't that the third time this month?"
από DictatorSqueaky 11 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.