Top Definition
Marijuana, Herb, Weed...
Yo I just copped a 20 of lizm, go cop a dutch and we gonna get high.
από Smokey 19 Μάρτιος 2004
1 more definition
the act of jizzing before having intercourse.
"I just heard the funniest thing about John last night... It seems he lizmed before making it with Sharon."
από goodunderthehood 10 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×